Sunday, 13 March 2016

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΡΙΟ ΚΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗ




Κλείνοντας τον κύκλο συνεργασίας μας με τον συγγραφέα Μάριο Καρακατσάνη, παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε την αληθινή και ειλικινέστατη συνέντευξη του στο blog μας!



S.C: Καλησπέρα Μάριε και σε ευχαριστώ για τον χρόνο σου. Αναφέρεις σε βιογραφικό σημείωμα στην προσωπική σου ιστοσελίδα (http://www.marioskarakatsanis.gr) πως ξεκίνησες να γράφεις από μικρός και μάλιστα ποίηση, όχι πεζά με τα οποία σε έχει γνωρίσει καλύτερα το αναγνωστικό κοινό. Υπήρχε κάποιο έναυσμα που σε ώθησε να εκφραστείς γραπτά, ή αποτέλεσε μια απλή και φυσική απόρροια της συγγραφικής σου φύσης;

M.K: Καλησπέρα σε εσάς αλλά και στο αναγνωστικό κοινό της υπέροχης σελίδας σας.
Ο λόγος που με ώθησε να γράφω, ήταν η ανάγκη του να εκφράσω γραπτός όλες αυτές τις σκέψεις που με έπνιγαν και έψαχναν μέσο διαφυγής από τα στενά μονοπάτια του μυαλού μου. Βλέποντας τα μικρά κείμενα μου να στέκονται απέναντι μου και να με «κοιτάνε» ένιωθα σα να τους έδινα ζωή, με αίμα λίγο μελάνι. Έτσι αποφάσισα να κτίσω έναν δικό μου κόσμο, φτιαγμένο μονάχα με φαντασία αλλά και πόνο.

S.C: Μιας και μίλησα για συγγραφική φύση στην προηγούμενη ερώτηση, πιστεύεις ότι κάποιος γίνεται ή γεννιέται συγγραφέας; Μήπως είναι απλά μια ορμή που έχουμε, όλοι εμείς που γράφουμε, και απλά με την εξάσκηση αναπτύσσεται σε κάτι μεγαλύτερο και καλύτερο; Πρέπει να έχεις μια γενετική προδιάθεση δηλαδή, και στη συνέχεια όρεξη για δουλειά ώστε να αυτοαποκαλεσθείς συγγραφέας;

M.K: Κατά την δική μου γνώμη γεννιέσαι, δεν γίνεσαι. Κανείς δε μπορεί να σου μάθει να έχεις συναίσθημα, φαντασία, και τρόπο να εκφράζεις γραπτός κείμενα με τέτοιο τρόπο που να μην μοιάζουν στην καλύτερη περίπτωση με εκθέσεις. Από εκεί και πέρα εφόσον έχεις κάποιες βάσεις, μπορείς να το αναπτύξεις μέσα από την εμπειρία που αποκτάς γράφοντας συνέχεια, από την αρνητική γνώμη του κόσμου (που σημαίνει ότι θα πρέπει να είναι καλοπροαίρετη) και βέβαια μέσα από τις σχολές δημιουργικής γραφής. Σε διαφορετική περίπτωση, θα γράφεις γλυκανάλατα στιχάκια και ιστορίες, χιλιοειπωμένες από άλλους χωρίς να ξέρεις πώς να κάνεις την διαφορά. Με άλλα λόγια θα είσαι και εσύ άλλος ένας και όχι η εξαίρεση στον σωρό. Από εκεί και πέρα και πάλι δεν αυτοαποκαλείσαι συγγραφέας. Πρέπει να παράγεις έργο, σκληρή δουλειά και εφόσον δεις θετική ανταπόκριση από τον κόσμο και τις κριτικές του, μπορείς να πεις ότι υπηρετείς τον κόσμο της λογοτεχνίας. Και όχι σαν μερικούς που βλέπω που μόλις εκδώσουν ένα βιβλίο 200 σελίδες (που ενίοτε πληρώνουν κιόλας ως αυτό έκδοση) πριν καν βγει στην κυκλοφορία τρέχουν να κοτσάρουν τον τίτλο «συγγραφέας» κάτω από το όνομα τους στο facebook και γενικότερα. Εγώ έβαλα αυτό τον τίτλο μετά την έκδοση του 3ου βιβλίου μου όπου το κάθε ένα ήταν 400 σελίδες και εφόσον είδα ότι ο κόσμος όντος τα θεώρησε έργα άξια να χαρακτηριστούν ως λογοτεχνία. Όχι ότι παίζει ρόλο το μέγεθος μιας και κυκλοφορούν αριστουργήματα με 100 σελίδες ή και λιγότερες, αλά όσο να είναι όταν βγάζεις έργα μεγάλα και δεν κάνουν αυτό που λέμε «κοιλιά» και ο αναγνώστης το διαβάζει με το ίδιο αμείωτο ενδιαφέρον από την αρχή ως το τέλος, ε τότε λες ότι κάτι έχεις καταφέρει. Πόσο μάλλον όταν έχεις πέντε έργα στο ενεργητικό σου και όλα έχουν την ίδια ανταπόκριση στον κόσμο όπως το πρώτο.

S.C: Κάτι που πραγματικά με εντυπωσίασε είναι το γεγονός ότι όντας δυσλεκτικός κατάφερες και ξεπέρασες τις όποιες δυσκολίες γραπτού λόγου και εξέδωσες τις δικές σου ιστορίες φαντασίας και τρόμου. Πόσο απαιτητικό και δύσκολο ήταν για ένα παιδί σαν εσένα, με αγάπη για τη συγγραφή, να ξεπεράσει αυτή την ιδιαιτερότητα; Αντιμετώπισες ποτέ κάποιο είδος τραμπουκισμού στο σχολείο εξαιτίας αυτής; Ποια συμβουλή θα έδινες σε δυσλεκτικούς που θέλουν να γίνουν συγγραφείς;

M.K: Η δυσλεξία ήταν η κινητήριος δύναμη για να γράψω! Γιατί όταν δεν καταλάβαινε κανείς τι γράφω, εγώ πείσμονα ακόμα πιο πολύ. Είχα βάλει στόχο ότι κάποτε θα γράψω κάτι που θα καταφέρει όλος ο κόσμος να το διαβάσει. Ε… και το έκανα! Βέβαια μου πήρε 13 χρόνια για να το πετύχω αυτό, αλλά δε βαριέσαι! Είχα μια ζωή μπροστά μου μέχρι να τα κατάφερνα. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο και έπρεπε συνέχεια να βρίσκω κίνητρα για να μην απογοητεύομαι και να τα παρατάω. Και εδώ έρχεται και αυτό που λέγαμε στην άλλη ερώτηση, το χάρισμα από γεννησιμιού σου. Μόνο που εμένα ήταν χάρισμα και κατάρα μαζί. Γιατί είχα ιδέες, είχα φαντασία, ήξερα πώς να κρατήσω τον αναγνώστη σε αγωνία προσφέροντας του κάτι το διαφορετικό και με έξυπνες εναλλαγές, ΑΛΛΑ η ζωή μου έλεγε «Κράτα τα για τον εαυτό σου! Σε κάνω δυσλεκτικό και δε θα μπορείς να μοιραστείς, όχι γραπτός τουλάχιστον.» Έλα όμως που τα έβαλε με λάθος άνθρωπο. Αφού ποτέ κανείς δε θα μου πει τι μπορώ και τι δε μπορώ να κάνω. Έτσι λοιπόν χαμογελώντας της, υψώνοντας της το μεσαίο μου δάκτυλο της έδωσα την δική μου απάντηση. Δεν ξέρω αν της άρεσε ή όχι, πάντως την είδα να χαμογελάει πονηρά, σα να μου έλεγε «κατά βάθος ήξερα ποιος είσαι, απλά έπρεπε να στο δείξω και εσένα.» Ποιο είναι το δίδαγμα τις ιστορίας μου λοιπόν; ΠΙΣΤΕΨΕ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ! Και τότε μόνο μπορούν να γίνουν θαύματα.
Τραμπουκισμούς δεν δέχτηκα ποτέ μιας και εγώ ήμουν το «κ@λόπαιδο» του σχολίου, όμως τα βρήκα όλα μπροστά μου όταν έγραφα ερωτικά ράμματα σαν έφηβος και εγώ, ή αργότερα όταν συμπλήρωνα τις αιτήσεις προσλήψεων για δουλειά που με πέρναγαν για αγράμματο.
Η συμβουλή μου στους δυσλεκτικούς είναι μονάχα μια. Μην αφήσετε κανέναν να σας πει τι μπορείτε και τι δεν μπορείτε να κάνετε. Πιστέψτε στον εαυτό σας!

S.C: Διαβάζοντας τις περιλήψεις των βιβλίων σου ενθουσιάστηκα μιας και απ'ότι φαίνεται δεν υπηρετείς απλά το είδος της φαντασίας αλλά και το είδος του τρόμου. Παρόλα αυτά, κάθε συγγραφέας σε αυτό το είδος δίνει την δική του “απόχρωση”-- οι ιστορίες του Έντγκαρ Άλλαν Πόε είναι γνωστές για τον γοτθικό ρομαντισμό τους, ενώ ο Στίβεν Κίνγκ έχει γράψει όχι μόνο ιστορίες ψυχολογικού τρόμου, αλλά και επιστημονικής φαντασίας. Έχοντας αυτές τις υποκατηγορίες υπόψην, πως θα χαρακτήριζες το δικό σου συνολικό έργο; Ποια στοιχεία τρόμου θα συναντήσει συχνότερα ο αναγνώστης;

M.K: Θα συναντήσει μονάχα αυτό που αγαπώ και εγώ. Το ψυχολογικό θρίλερ. Σε κανένα βιβλίο μου δε θα συναντήσετε αίματα και άντερα και φρικαλεότητες! Μου αρέσει να παίζω με την ψυχοσύνθεση του αναγνώστη. Να του δίνω ένα στοιχείο, να τον καθοδηγώ σε ένα μονοπάτι, κάνοντας τον να νομίζει ότι μόνος του το σκέφτηκε και ύστερα από μερικές σελίδες να του αναιρώ τα πάντα. Και βέβαια αν έχω κάτι να καμαρώνω είναι ότι ως τώρα τουλάχιστον, ποτέ κανείς δεν μπόρεσε να προβλέψει το πώς τελειώνει ένα βιβλίο μου. Γιατί δε σας κρύβω ότι όσο χρόνο κάνω για να γράψω ένα βιβλίο, άλλο τόσο κάνω και για το τελευταίο κεφάλαιο!


S.C: Κάθε συγγραφέας έχει τους προσωπικούς του “μέντορες” και έχεις αναφέρει στο βιογραφικό σου σημείωμα ότι ο Στίβεν Κινγκ αποτέλεσε για εσένα τον “συγγραφικό σου δάσκαλο”. Ποια βιβλία του είναι αυτά που σε έχουν σημαδέψει και υπάρχουν άλλοι συγγραφείς που να ενέπνευσαν την φαντασία σου;

M.K: Πράγματι είναι μεγάλος δάσκαλος για εμένα ο Stephen King. Έχω διαβάσει όλα του τα βιβλία καθώς και όλες τις ταινίες που έχουν γυριστεί πάνω σε αυτά. Και φυσικά όταν μου έρχεται μια ιδέα που έστω και απέξω μπορεί να την έχει αγγίξει ο «Βασιλιάς», την απορρίπτω δια ροπάλου. Θα ήταν ότι χειρότερο για εμένα να πει κάποιος ότι τον αντέγραψα στο οτιδήποτε. Από εκεί και πέρα αν κάποια ιδέα μου συμπέσει με κάποιου άλλου, οκ όλοι ζούμε κάτω από το ίδιο σύννεφο έμπνευσης, το θέμα είναι να το αποφεύγουμε όσο περνάει από το χέρι μας.
Άλλοι συγγραφείς που έχω διαβάσει είναι ο αγαπημένος πάντα Poe, ο Dan Brown και o John Grisham.


S.P: Το ελληνικό αναγνωστικό κοινό φαίνεται να αγαπά το μελόδραμα και τα ιστορικά μυθιστορήματα όσο τίποτε άλλο. Παρόλα αυτά τον τελευταίο καιρό όλο και περισσότεροι νέοι συγγραφείς του φανταστικού εκδίδονται και αποκτούν σημαντικό κοινό. Είσαι αισιόδοξος για το μέλλον της φανταστικής και της λογοτεχνίας του τρόμου στη χώρα μας; Τι φταίει που το σύγχρονο ελληνικό κοινό σε πολλές περιπτώσεις “βλέπει με κακό μάτι” μη-φανταστικά βιβλία;


M.K: Η λογοτεχνία του φανταστικού έχει σαφώς πολύ λιγότερο κοινό, αλλά από την άλλη είναι απόλυτα φανατικό με αυτό το είδος. Τα ερωτικά και τα ρομάντζα, έχουν την μερίδα του λέοντος αλλά κανείς δε θα κόψει και φλέβα αν χάσει το τελευταίο βιβλίο μιας συγγραφέας ερωτικής λογοτεχνίας. Ενώ αν βγάλει ο Stephen King νέο βιβλίο, αυτοί που τον ακολουθούν θα κάνουν ουρά από την προηγούμενη μέρα στα βιβλιοπωλεία για να το αποκτήσουν! Και αυτό είναι που κάνει την διαφορά στο δικό μας είδος. Λίγοι και καλοί.Όταν κάποιος ακούει τον όρο φανταστική λογοτεχνία ο νους του πάει κατευθείαν στον άρχοντα των δακτυλιδιών και σε παρεμφερή ιστορίες! Οπότε σου λέει εγώ δε διαβάζω για τρολς, ορκς και μάγους και τα αποφεύγει όλα. Δεν είναι όμως έτσι, το φανταστικό έχει πολλά παρακλάδια, που δεν αφορούν όλα μάγους και ξωτικά. Αλά κόσμους περίεργους, σκοτεινούς και υποχθόνιους που οι ιστορίες τους μπορούν κάλλιστα να περιγράφονται σε έναν κόσμο απόλυτα συμβατό με τον δικό μας! Τολμήστε λοιπόν το διαφορετικό, γιατί καλός ο έρωτας και τα ρομαντικά φλερτ κάπου στο Παρίσι, αλλά η πραγματικότητα ξέρουμε πολύ καλά πως είναι εντελώς διαφορετική!


S.P: Πόσο δύσκολο είναι να φτιάχνεις έναν κόσμο από την αρχή; Πόσο δύσκολο είναι να  γράφεις και να ολοκληρώνεις ένα βιβλίο; Πως αισθάνεσαι με το που τελειώνεις το συγγραφικό σου παιδί και το προωθείς στον εκδότη σου;

M.K: Αν έχεις έναν βασικό σκελετό στον νου σου με αρχή, μέση και τέλος, τίποτα δεν είναι δύσκολο! Απλά αναπτύσσεις όλα τα ενδιάμεσα. Να μπαίνεις στις απαραίτητες λεπτομέρειες που θα δώσουν σάρκα και οστά στην ιδέα σου. Φυσικά θέλει και ψάξιμο πολύ στο ιντερνέτ ώστε να υπάρχει και μια δόση ρεαλισμού στο έργο, εκτός και αν θέλεις να πατήσεις εξολοκλήρου στην φαντασία. Αλλά εκεί πας στα μονοπάτια της φανταστικής λογοτεχνίας που αφορά μάγους, ξωτικά και κάστρα που το αναγνωστικό κοινό είναι ακόμα πιο μικρό. Εγώ για παράδειγμα σε όλα μου τα βιβλία κάνω έρευνες με την Άμυ αν πιάσουμε το τελευταίο μου έργο, να διαδραματίζεται στην Ροδο. Οπότε έπρεπε να βρω μέρος με αρνητική ενέργεια λόγο της υπόθεσης του βιβλίου. Μετά από ψάξιμο βρήκα το κάστρο του Αρχαγγέλου. Όλα τα άλλα ήταν απλά θέμα φαντασίας.
Όταν τελειώνει με το καλό κάποιο έργο μου, που συνήθως είναι 9-10 μήνες, νιώθω σαν να τελείωσε μια αληθινή εμπειρία μου. Αφού κάθε μου έργο το ζω σα να ήταν όντος κομμάτι της ζωής μου. Οπότε κοιτάζω να το προσέξω και κατά συνέπεια να το αγκαλιάσει και ο κόσμος όπως πραγματικά του αξίζει.

S.P: Τι θα έλεγες στους αναγνώστες μας ώστε να αγοράσουν και να διαβάσουν κάποιο έργο σου; Πως θα τους έπειθες; Τι προσφέρεις μέσα στα έργα σου, που δεν προσφέρουν άλλοι συγγραφείς;

M.K: Όσο και αν ακουστεί παράξενο, όλα μου τα έργα όσο ψυχολογικό τρόμο και αν βγάζουν, είναι έτσι διατυπωμένα και μελετημένα που τα μηνύματα που λαμβάνει ο αναγνώστης είναι μαθήματα ζωής. Είναι φράσεις που ποτέ κανείς δε θα πίστευε ότι θα συναντούσε σε ένα βιβλίο τρόμου και φαντασίας. Και όμως όταν κάποιος θα τα διαβάσει έχει να πάρει τόσα πολλά από αυτά, που κυριολεκτικά θα νιώσει την ανάγκη να τα διαβάσει ξανά και ξανά.

S.P: Τι θα μάθουμε για εσένα μέσα από τα βιβλία σου; Οι χαρακτήρες σου αντανακλούν σε έναν βαθμό τον εσωτερικό σου κόσμο, την ψυχή σου και τον χαρακτήρα σου; Και τελικά, γίνεται να γράψεις κάτι χωρίς ο συγγραφέας ανεπαίσθητα να ταυτιστεί με κάποιον ήρωα;

M.K: Πάντα ταυτίζομαι με όλους τους ήρωες μου. Όλες τους οι αντιδράσεις, τα συναισθήματα και οι λέξεις που θα διαβάσουν οι αναγνώστες, είναι ακριβώς όπως θα έπραττα ή θα έλεγα εγώ σε αντίστοιχες καταστάσεις. Οπότε μέσα από τα βιβλία μου, ο αναγνώστης θα συναντήσει στο απόλυτο, την καλή μα και την κακιά πλευρά του Μάριου. Δεν με νοιάζει να εκτεθώ μέσα από αυτό, δεν κρύβομαι. Εδώ εναντιώθηκα στην μοίρα που μου επιφύλασσε η ζωή, θα φοβηθώ την γνώμη ενός ανθρώπου; Και όχι από υπεροψία, ποτέ δεν ήμουν υπερόπτης. Απλά έμαθα να κάνω πάντα αυτό που νιώθω και όσοι το αγαπούν να με ακολουθήσουν για αυτό που ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ είμαι. Και όχι για αυτό που φαντάζονται ή θα ήθελαν να είμαι. Τι πιο τίμιο και ειλικρινές από αυτό;


S.P: Ποιο είναι το επόμενο συγγραφικό σου βήμα; Θα ήθελες να ασχοληθείς με ένα είδος πέραν της φαντασίας και του τρόμου; Και αν ναι, ποιο;

M.K: Το επόμενο μου έργο ονομάζεται «Το σπίτι του Κάιν» και θα είναι ένα θρησκευτικό θρίλερ που πιστέψτε θα ταράξει ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ τα νερά του κόσμου της εκκλησίας και όχι μόνο.
Δεν θα ήθελα να ασχοληθώ ποτέ με άλλο είδος λογοτεχνίας. Αγαπώ στο απόλυτο αυτό που κάνω και θα παραμείνω πιστός στο είδος μέχρι τέλους.  



Ευχαριστώ πολύ τον Μάριο και εύχομαι κάθε επιτυχία σε όλους τους τομείς της ζωής του. Μπορείτε να επικοινωνήσετε με τον συγγραφέα εδώ και στην ομάδα του στο facebook εδώ. 

(Ερωτήσεις: Augustine)